close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

bundle

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

BERJAYA Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈbʌnd(ə)l/
 

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bundle bundles

bundle (en)

  1. δέσμη, δέμα, πακέτο
  2. μάτσο
  3. μπόγος
ενεστώτας bundle
γ΄ ενικό ενεστώτα bundles
αόριστος bundled
παθητική μετοχή bundled
ενεργητική μετοχή bundling

bundle (en)

  1. (μεταβατικό) στριμώχνω, στέλνω, σπρώχνω κάποιον κάπου βιαστικά και χωρίς προσοχή
    παράδειγμα  They bundled her into the back of a car.
    Την στρίμωξαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου.
    παράδειγμα  He was bundled off to boarding school.
    Τον έστειλαν βιαστικά σε οικοτροφείο.
  2. (αμετάβατο) βγαίνω, ξεχύνομαι, κινούμαι κάπου γρήγορα όλοι μαζί (ως ομάδα)
    παράδειγμα  We bundled out onto the street.
    Βγήκαμε όλοι μαζί γρήγορα στον δρόμο./Ξεχυθήκαμε στον δρόμο.
  3. (μεταβατικό) συμπεριλαμβάνω επιπλέον εξοπλισμό, ιδίως λογισμικό, κατά την πώληση ενός νέου υπολογιστή, χωρίς επιπλέον χρέωση
    παράδειγμα  A further nine applications are bundled with the system.
    Άλλες εννέα εφαρμογές συμπεριλαμβάνονται στο σύστημα.

Παράγωγα

[επεξεργασία]