bundle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| bundle | bundles |
bundle (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bundle |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bundles |
| αόριστος | bundled |
| παθητική μετοχή | bundled |
| ενεργητική μετοχή | bundling |
bundle (en)
- (μεταβατικό) στριμώχνω, στέλνω, σπρώχνω κάποιον κάπου βιαστικά και χωρίς προσοχή
They bundled her into the back of a car.
- Την στρίμωξαν στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου.
He was bundled off to boarding school.
- Τον έστειλαν βιαστικά σε οικοτροφείο.
- (αμετάβατο) βγαίνω, ξεχύνομαι, κινούμαι κάπου γρήγορα όλοι μαζί (ως ομάδα)
We bundled out onto the street.
- Βγήκαμε όλοι μαζί γρήγορα στον δρόμο./Ξεχυθήκαμε στον δρόμο.
- (μεταβατικό) συμπεριλαμβάνω επιπλέον εξοπλισμό, ιδίως λογισμικό, κατά την πώληση ενός νέου υπολογιστή, χωρίς επιπλέον χρέωση
A further nine applications are bundled with the system.
- Άλλες εννέα εφαρμογές συμπεριλαμβάνονται στο σύστημα.
