close
Μετάβαση στο περιεχόμενο

extrait

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
extrait extraits

BERJAYA Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛk.stʁɛ/
 
ομόηχο: extraits

BERJAYA Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

extrait (fr) αρσενικό

  1. το χωρίο, το απόκομμα, το απόσπασμα
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: εξτρέ (για τραπεζικές συναλλαγές)
  2. το απόσταγμα, το εκχύλισμα